Αθήνα, 23 Ιουλίου: μια από τις πλέον αναμενόμενες βραδιές του καλοκαιριού στο Release Athens ξεκινά κάτω από έντονο καύσωνα αλλά με ατμόσφαιρα… ηλεκτρισμένη. Με ένα triple bill φωτιά από Dream Theater, Mastodon και Haken και τη σκιά της απώλειας του Ozzy Osbourne να πλανάται, το κλίμα είχε από την αρχή μια τελετουργική ένταση.
Haken
Οι Haken ανέβηκαν πρώτοι στη σκηνή λίγο μετά τις 18:20 και μέσα σε δευτερόλεπτα έκαναν ξεκάθαρη τη θέση τους: δεν ήταν απλώς το opening act μιας μεγάλης βραδιάς, αλλά μια μπάντα που παίζει με τον αέρα της επόμενης prog γενιάς.
Η εξάδα από το Λονδίνο, με το “Fauna” ακόμα φρέσκο στις αποσκευές της, έδωσε ένα σετ εστιασμένο, δεμένο, τεχνικά αρτιό και ως παρουσία μετρημένο — με έναν Ross Jennings να αποπνέει ηρεμία, σιγουριά και προσήλωση. Τα φωνητικά του, καθαρά και ακριβή, δεν διεκδίκησαν ποτέ τον ρόλο του «frontman που θα ξεσηκώσει», αλλά λειτούργησαν σαν μελωδικός οδηγός ανάμεσα στις πολυεπίπεδες εναλλαγές των υπολοίπων.
Κάθε riff, κάθε μέτρο, κάθε αλλαγή ρυθμού έμοιαζε προσεκτικά χτισμένη ώστε να λειτουργεί όχι εντυπωσιακά, αλλά οργανικά. Ξεχώρισε αναμφίβολα το “Cockroach King”, με το χαρακτηριστικό jazzy breakdown να κάνει αρκετούς στο κοινό να ανασηκωθούν — όσοι γνώριζαν τους Haken, το περίμεναν· όσοι όχι, σίγουρα θα το αναζητήσουν.
Παρά τη ζέστη, το κοινό ήταν ήδη μαζεμένο στην Πλατεία Νερού — με κάποιους να αναζητούν σκιά στα πλάγια, αλλά με όλους να δείχνουν αμέριστη προσοχή. Και αυτό ίσως ήταν το μεγαλύτερο κέρδος των Haken: σε ένα τόσο απαιτητικό billing, κέρδισαν χρόνο, αυτιά — και πιθανότατα μελλοντικούς fans.
Χωρίς φανφάρες, χωρίς κραυγές, χωρίς φώτα που «φωνάζουν», οι Haken παρέδωσαν μια εμφάνιση που θύμισε πως το καλό prog δεν φωνάζει – αλλά χτίζεται με υπομονή και βάθος

Mastodon
Αν οι Haken έθεσαν τις βάσεις, οι Mastodon ήταν εκεί για να γκρεμίσουν και να ξαναχτίσουν. Λίγο πριν τις 19:30, το συγκρότημα από την Ατλάντα εμφανίστηκε στη σκηνή, και η ατμόσφαιρα στην Πλατεία Νερού άλλαξε με το καλημέρα: ο ήχος έγινε πιο βαρύς, η σκηνή πιο σκοτεινή, το βλέμμα του κοινού πιο αιχμηρό.
Η απουσία του Brent Hinds ήταν εμφανής, αλλά όχι καθοριστική — ο νεόφερτος Nick Johnston ανταποκρίθηκε με άνεση, ενώ το υπόλοιπο σχήμα έπαιζε σαν δαιμονισμένο. Ο Brann Dailor, εκτός από χταπόδι πίσω από τα ντραμς, ανέλαβε κλασσικά και μεγάλο μέρος των φωνητικών. Ο Troy Sanders — πάντα κινητικός, πάντα θεατρικός — έδινε μια ορμητικότητα σχεδόν punk στις ερμηνείες του, ενώ ο Bill Kelliher έπαιζε με την ακρίβεια και την ένταση που περιμένεις από έναν κιθαρίστα που έχει γράψει μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά riff της σύγχρονης metal σκηνής.
Το set τους περιλάμβανε κομμάτια από το “Hushed and Grim”, τον πιο πρόσφατο και συναισθηματικά φορτισμένο δίσκο τους, αλλά και επιλογές από τα “Leviathan” και “Crack the Skye” που έφεραν στιγμές ενθουσιασμού από το κοινό. Το “Black Tongue” —με την εσωτερική του ένταση και τη σχεδόν κινηματογραφική ροή— αποτέλεσε μία από τις πιο καθηλωτικές στιγμές του set, ενώ το “Blood and Thunder” στο φινάλε ξεσήκωσε τους πάντες.
Ξεχωριστή αναφορά αξίζει στη διασκευή του “Supernaut” των Black Sabbath, που παίχτηκε ως φόρος τιμής στον Ozzy Osbourne, λίγες μόλις μέρες μετά την ανακοίνωση του θανάτου του. Δεν ήταν απλώς μια tribute στιγμή — ήταν η στιγμή που ολόκληρη η Πλατεία Νερού βυθίστηκε για λίγο σε μια κοινή συγκίνηση, με το riff να φέρνει στο προσκήνιο δεκαετίες μουσικής ιστορίας.

Dream Theater
Η επιστροφή των Dream Theater στην Ελλάδα, έξι χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση και με τον Mike Portnoy ξανά πίσω στο drum kit, ήταν από μόνη της αρκετή για να δώσει στη βραδιά χαρακτήρα ιστορικής στιγμής. Με την ενέργεια ανανεωμένη και το σχήμα πιο δεμένο από ποτέ, η μπάντα έδωσε μια εμφάνιση που επιβεβαίωσε γιατί συνεχίζει, τέσσερις δεκαετίες μετά, να αποτελεί σημείο αναφοράς για το progressive metal.
Το set ξεκίνησε με το “Night Terror” από το πιο πρόσφατο “Parasomnia” — μια σκοτεινή εισαγωγή με νεύρο και cinematic χαρακτήρα. Από εκεί και πέρα, η μπάντα κινήθηκε έξυπνα ανάμεσα σε παλιότερες και νεότερες επιλογές, διατηρώντας μια ισορροπία που ικανοποίησε τόσο τους παλιούς όσο και τους νεότερους ακροατές. Κομμάτια όπως τα “Strange Déjà Vu”, “Fatal Tragedy” και “Panic Attack” έκαναν ξεκάθαρο πως το “Scenes from a Memory” εξακολουθεί να κατέχει ξεχωριστή θέση στις καρδιές των fans, με τον κόσμο να συμμετέχει ενεργά.
Παρά τα κάποια σημεία όπου ο ήχος φάνηκε μπουκωμένος, η απόδοση της μπάντας ήταν υποδειγματική. Οι εναλλαγές μεταξύ Rudess και Petrucci ήταν σχεδόν τηλεπαθητικές, ο John Myung κρατούσε γερά τα θεμέλια με τον αέρα “ήρεμης δύναμης”, και ο Portnoy έπαιζε με το γνώριμο πάθος και την αίσθηση ροής που έλειπε όλα αυτά τα χρόνια. Ο James LaBrie —αν και μονίμως υπό κριτική— απέδωσε με αξιοπρέπεια και καλή ενέργεια, χωρίς να προσπαθεί να ξεπεράσει τα όριά του.
Το “Hollow Years” ήταν ίσως η πιο συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή του set. Η εκτέλεση σε demo version του ’96, με μια πιο απλωμένη δομή και έναν αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, φώτισε το στοιχείο που πάντα έκανε τους Dream Theater να ξεχωρίζουν στις ζωντανές τους εμφανίσεις: την ικανότητά τους να μεταμορφώνουν τα τραγούδια επί σκηνής. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που συγκινήθηκαν εμφανώς, ειδικά με το σόλο του Petrucci στο κλείσιμο.
Κάπου εκεί ξεκίνησε και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ανατροπές της βραδιάς: ένα πέρασμα από το “Peruvian Skies” συνοδεύτηκε από σφήνες από το “Wish You Were Here”, το “Wherever I May Roam” και το “Black Sabbath”, με τα laser να χτίζουν μια ατμόσφαιρα σχεδόν υπερβατική. Ένα καλοδουλεμένο easter egg για τους πιο προσεκτικούς, και μια ωραία υπενθύμιση ότι οι Theater αγαπούν να τιμούν τις επιρροές τους μέσα από τη μουσική τους.
Το κύριο set έκλεισε με το “As I Am” και το αναπάντεχο “Take the Time”, που υπέστη κάποιες περικοπές — όχι μόνο για λόγους διάρκειας, αλλά και για να παραμείνει εντός φωνητικών ορίων του LaBrie. Η μαγεία του “Images and Words”, ωστόσο, παραμένει αναλλοίωτη.
Το encore ξεκίνησε με το “The Spirit Carries On”, αφιερωμένο στον Ozzy Osbourne — μια από τις πιο ανθρώπινες και συγκινητικές στιγμές της βραδιάς. Το κοινό τραγουδούσε σύσσωμο, με στίχους που ακούγονταν σαν να γράφτηκαν για την περίσταση. Το “Pull Me Under” έκλεισε τη συναυλία όπως έπρεπε: με χοροπηδητό, φωνές, κι ένα συγκρότημα που, σαράντα χρόνια μετά, παραμένει παθιασμένο, τεχνικά ακαταμάχητο και βαθιά συνδεδεμένο με το κοινό του.

Τρεις μπάντες, σχεδόν σαράντα βαθμοί, δεκάδες αλλαγές μέτρου. Αν αυτό δεν είναι καλοκαιρινή εμπειρία, τότε τι είναι; Οι Haken μας ζέσταναν, οι Mastodon μας “χτύπησαν” και οι Dream Theater… μας αποτελείωσαν.
Γυρίσαμε σπίτια μας κουρασμένοι, ιδρωμένοι και ελαφρώς κουφοί — αλλά γεμάτοι. Και μέχρι την επόμενη φορά που θα ακουστούν 12/8 πάνω από το Φάληρο, εμείς θα παίζουμε air drums στο τιμόνι και θα κάνουμε ότι καταλαβαίνουμε τι κάνει ο Jordan Rudess.




